Nov 08 2009

Για μια τέτοια θέα…

Κάποτε, η επιτυχία είχε πολλές μορφές!

Τώρα, που πέρασε ο καιρός, η επιτυχία έχει αλλάξει μορφή στο μυαλό μου.

Αναρτώντας τώρα, τις πρώιμες απόψεις μου, δεν είμαι σίγουρος, για το αν συμφωνώ ή όχι, με τον μικρότερο εαυτό μου. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία!

Πολλές φορές, η γεύση της δύναμης, φτάνει. Αλλά, ας αφήσω τα συμπεράσματα να τα βγάλετε εσείς…

Για μια τέτοια θέα …

Είχε χιονίσει και η πλαγιά άσπρισε και ομόρφυνε. Τα πάντα καλύφτηκαν από το άσπρο σεντόνι, που κρύβει χωρίς προκατάληψη, τα όμορφα και τα άσχημα του κόσμου. Με το χιόνι στη καμπούρα της, η φύση ομορφαίνει και θαρρείς ότι όλα είναι ίδια και ίσα. Σε ξεγελά το χιόνι και θα νομίσεις, ότι όλοι και όλα είναι ίσα και όμοια πάνω της. Ούτε σκληροί βράχοι, ούτε μαλακά χορτάρια ξεπροβάλλουν, κάτω από το σεντόνι που η κυρά-Φύση άπλωσε στο κρεβάτι της, το κρεβάτι που κοιμίζει τους φτωχοδιάβολους και τους ευνοημένους της οικουμένης. Και δεν γλίτωσαν θαρρείς, ούτε οι μεν ούτε οι δε από το σεντόνι και σκεπάστηκαν από κάτω του.

Αλλά η κυρά-Φύση, που δεν φημίζεται για την νοικοκυροσύνη της, δεν στρίμωξε το σεντόνι της κάτω από το στρώμα, ώστε να μην μπορεί να βγει κανείς από κάτω του, αλλά ούτε και έβαλε φαΐ από κάτω, ώστε να κουρνιάσουν τα ζωντανά και προφυλαγμένα και κρυμμένα, να ζήσουν και αυτά για λίγο αμέριμνα, τουλάχιστον μέχρι να λερωθεί το σεντόνι και ξαναπιάσει την κυρά-Φύση η νοικοκυροσύνη της και είτε το αλλάξει είτε το βγάλει εντελώς.

Έτσι και τώρα, ενώ όλα έξω ήταν άσπρα και ωραία, η φωλιά ήταν ζεστή και φιλόξενη, ένας επισκέπτης — τακτικός αλλά όχι ευπρόσδεκτος, ιδίως όταν είσαι φτωχοδιάβολος — κτύπησε την πόρτα. Το περίεργο με αυτόν τον επισκέπτη, είναι ότι κάθε φορά σε ξεσπιτώνει, γιατί το όνομα του είναι «πείνα». Με το που ανοίγεις όμως την πόρτα της φωλιάς σου, σε περιμένει απ’ έξω — σαν το χαλάκι με το «καλώς ορίσατε» — ο Φόβος, γιατί όταν είσαι από τους φουκαράδες, ο Φόβος θαρρείς και γίνεται η σκιά σου και σ’ ακολουθεί παντού, όταν βρίσκεσαι εκτός της φωλιά σου. Η φωλιά είναι η κρησάρα, που κρατά απ’ έξω τον Φόβο, το κρύο και γενικότερα, όλα όσα δεν θέλεις να σου κρατούν παρέα. Τώρα, πόσο στενή θα είναι η κρησάρα, αυτό είναι δική σου αποκλειστικά ευθύνη και αρμοδιότητα.

Ξεκίνησε λοιπόν η φτωχή ψυχή, που η τύχη θέλησε να ντυθεί το πετσί ενός λαγού και όχι το πετσί ενός τσακαλιού, να βρει τ’ απαραίτητα αγαθά για να διώξει τον ανεπιθύμητο επισκέπτη. Η κυρά-Φύση όμως, με την πάστρα της είχε κρύψει τα πάντα και η αναζήτηση της τροφής ήταν δύσκολη. Και δεν ήταν η δυσκολία που τον στεναχωρούσε. Εξάλλου τι και αν κουραστείς; κοιμάσαι λίγο και σου περνά.

Αυτό που τον στεναχωρούσε ήταν ότι δεν άντεχε την γκρίνια του Φόβου του: «πρέπει να απομακρυνθείς από τη φωλιά σου, όλα είναι άσπρα, εσύ είσαι γκρίζος, άρα θα φαίνεσαι εύκολα, και κυκλοφορούν λύκοι, αλεπούδες, τσακάλια, αγριόσκυλα …». Και να ήταν μόνο η γκρίνια του Φόβου, κάτι θα γινόταν, αλλά ήταν και οι σουβλιές του επισκέπτη και οι προσβολές του: «τι σόι πράμα είσαι εσύ, που δεν έχεις να προσφέρεις τίποτα σε κάποιον που σου χτυπά την πόρτα, που δεν μας προσέχεις, ενώ εμείς σε συντηρούμε, που τεμπελιάζεις συνέχεια και δεν ρίχνεις πενιά για το στομάχι και το σώμα σου …».

Και ο φουκαράς δεν ήθελε τίποτα άλλο να κάνει σήμερα. Μια και την έπιασε την κυρά-Φύση και έβαλε καινούργιο σεντόνι, γιατί να μη στρωθεί και αυτός στον ύπνο; Αλλά ήξερε ότι μες τη φωλιά, δεν θα τα έβγαζε πέρα με την πείνα, ενώ έξω, κάτι θα έκανε και θα άντεχε την γκρίνια του Φόβου. Γι’ αυτό ξεκίνησε και τα συμφώνησε με το Φόβο: «θα προσέχω και θα ελέγχω προτού κάνω οτιδήποτε και δεν θα βιάζομαι. Αν αντιληφθώ οτιδήποτε επικίνδυνο θα γυρίσω αμέσως πίσω…». Πράγματι λοιπόν ξεκίνησε αργά και προσεκτικά για την αναζήτηση του φαγητού. Στεκόταν, εκεί που νόμιζε, ότι ήταν κρυμμένος καλά, αφουγκραζόταν, μύριζε τον αέρα, κοίταζε με αγωνία, μήπως και αντιληφθεί τον εχθρό που παραμονεύει.

Έτσι, σιγά-σιγά προχωρούσε και πήγαινε στην περιοχή, που ήξερε, ότι προτού χιονίσει, υπήρχαν ρίζες και πρασινάδα. Ο Φόβος όμως, είναι καλό φρένο και έτσι η σύντομη, απ’ ότι θυμόταν, διαδρομή, είχε μεγαλώσει θαρρείς και μοιραία τον αργοπορούσε. Κάποια στιγμή, έφτασε την πηγή της τροφής.

Εκεί ήταν, που τέντωσε τ’ αυτιά του, για να ακούσει τον κίνδυνο.

Εκεί ήταν, που έστειλε την ματιά του, να βρει τις πατημασιές, που άφησαν με τα βρωμοπόδαρα τους, οι καταραμένοι εχθροί του.

Εκεί ήταν, που προσπάθησε να μυρίσει στον αέρα, την χαρακτηριστική μυρωδιά του αρπακτικού.

Εκεί ήταν, που δεν αντιλήφτηκε τίποτα ύποπτο και έτσι άρχισε να σκάβει στο χιόνι, για ν’ αποκαλύψει το φαΐ του.

Το φαΐ, πράγματι υπήρχε από κάτω και έτσι ήρθε η ώρα, για να κεράσει τον επισκέπτη του, ώστε να του αδειάσει την γωνιά.

Όμως, ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό.

Πρώτα κατάλαβε μάλλον και μετά ένοιωσε τον κίνδυνο, που κατέβηκε από τον ουρανό, με νύχια που γαντζώθηκαν στην γούνα του. Τα πόδια του, έχασαν το έδαφος από κάτω τους, προτού προλάβει η φωνή του να βγει από το στόμα του. Ο τρόμος, στρογγυλοκάθισε στην ψυχή του, του πάγωσε το αίμα, του σιγοσφύριξε στο αυτί: «αυτό ήταν».

«Αυτό ήταν», δυο λεξούλες που λένε τόσο πολλά. Δυο λεξούλες φτωχές, που με τη φτώχια τους, παίρνουν τις πλούσιες αναμνήσεις και προσδοκίες και τις ντύνουν με τα καλά τους ρούχα, για να τις θάψουν. Όχι όμως, δεν θα πήγαινε έτσι!

Δεν ήταν αυτός το παλικάρι και ούτε είχε κανένα λόγο να το παίξει, ειδικά τώρα, παλικάρι. Και θα φώναζε και θα έκλαιγε και θα παρακαλούσε και θα γκρέμιζε τον εγωισμό του, παρά να πήγαινε έτσι, χωρίς τουλάχιστον να τα έχει δοκιμάσει όλα.

Ούρλιαξε λοιπόν και ξαναούρλιαξε, μέχρι που πόνεσαν τα πνευμόνια του. Τίποτα.

Τινάχτηκε, κλότσησε τον αέρα, προσπάθησε. Τίποτα.

Παρακάλεσε. Τίποτα.

Φώναξε: «είναι άδικο, δεν είναι σωστό, δεν έκανα τίποτα κακό». Τίποτα.

Η μοίρα του, τον είχε γραπώσει με τα νύχια του γερακιού και τον οδηγούσε στο πεπρωμένο του. Ήρθε και η δική του η ώρα, να πληρώσει το νοίκι για τη γούνα του, στον κυρ-Θάνατο. Γιατί, σου αρέσει, δεν σου αρέσει η γούνα σου, κάποτε θα πληρώσεις το νοίκι της — τοις μετρητοίς — στον κυρ-Θάνατο.

Δεν ξαναφώναξε, ούτε ξανακλώτσησε, ούτε ξαναπαρακάλεσε. Το δέχτηκε. Εξάλλου μιλούσαν διαφορετική γλώσσα, αυτός και το γεράκι.

Ότι και να έλεγε, δεν θα τον καταλάβαινε, γιατί δεν τα έλεγε στη γλώσσα των αρπακτικών, τα έλεγε στη γλώσσα των θυμάτων και τα αρπακτικά, δεν μαθαίνουν ξένες γλώσσες.

Το δέχτηκε και έμεινε κρεμασμένος, να κοιτά με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα. Ώσπου στέγνωσαν και τα δάκρυα του και επιτέλους, είδε καθαρά κάτω του. Περίεργο όμως, αντί να πανικοβληθεί από το ύψος, θαύμασε το τοπίο, που απλωνόταν, μπροστά του.

Τα δέντρα, που ίσα που ξεχώριζαν, καμουφλαρισμένα θαρρείς από το χιόνι.

Τους βράχους, που έπαιρναν άλλη διάσταση από ψηλά, πιο μικροί θαρρείς, πιο ταπεινοί.

Να και κάτι τσακάλια, που άκου πράγματα, φαινόταν σαν τις ψείρες, που βρίσκει στη γούνα του την άνοιξη.

Και τότε κατάλαβε, πως είναι να αισθάνεσαι, σαν αρπακτικό!

Τα πάντα είναι μικρά και ασήμαντα και δεν μπορούν να σε αγγίξουν, γιατί είσαι μακριά τους. Είσαι μακριά, ψηλά από πάνω τους, όποτε όμως σου κάνει κέφι κατεβαίνεις και σκορπάς τον πόνο και το θάνατο.

Έτσι είναι να είσαι αρπακτικό.

Και η θέα! Που τη βάζεις τη θέα; Πράγματι, αυτές τις στιγμές, που η αγωνία του σβήστηκε από την αποδοχή του τέλους, το μόνο που του έμεινε να κάνει, ήταν να θαυμάζει τη θέα.

Να βλέπει τη ζωή να τρέχει, για τα καθημερινά της προβλήματα και τις έγνοιες, να ακολουθούν τα πάντα τη διαδρομή, που κάποιος άλλος τους καθόρισε χωρίς να τους ρωτήσει.

Και του άρεσε αυτό που έβλεπε, γιατί ήταν και αυτός από ψηλά τους, έστω και με ξένα νύχια να τον κρατούν.

Και του χαράχτηκε θαρρείς με σίδερο καυτό στο μυαλό η βεβαιότητα:

«Για μια τέτοια θέα, αξίζει πράγματι να πεθάνεις».

Τότε το αρπακτικό, θαρρείς και άκουσε τη σκέψη του, ελευθέρωσε τα νύχια του από τη γούνα του και ο λαγός, ακολούθησε το μονοπάτι του θανάτου, χωρίς προσπάθεια και χωρίς φόβο. Μαζί του τον ακολουθούσε και το γεράκι, επιστάτης θαρρείς του θανάτου, μήπως και κάνει ο λαγός κάποιο λάθος βήμα στη τελευταία διαδρομή του, πρόθυμος να το διορθώσει αμέσως.

Ο λαγός, δεν έκανε λάθος βήματα. Ακολούθησε το μονοπάτι, μέχρι τη τελευταία του στροφή, θαυμάζοντας τη θέα.

Και συνάντησε τη μοίρα του, με τη μορφή του εδάφους.

Αλλά και αυτές τις ύστατες στιγμές, η μοίρα, του έπαιξε άσχημο παιχνίδι.

Δεν του χάρισε το δώρο του θανάτου, αλλά το δώρο του αφόρητου πόνου. Του πόνου, που είναι ένα βήμα πριν το θάνατο.

Ο επιστάτης, αμέσως έπιασε δουλειά, για να διορθώσει το λάθος της μοίρας του λαγού.

Τον γράπωσε και τον ξανασήκωσε στον ουρανό, για να τον ρίξει ξανά.

Ο λαγός μέσα στους αφόρητους πόνους του και νιώθοντας πλέον τη ζωή του, να γλιστρά από το κορμί του, κατά τη διάρκεια της νέας του πτώσης, δεν είχε τίποτα άλλο να σκεφτεί παρά:

«Για μια τέτοια θέα, αξίζει πράγματι να πεθάνεις. Όμως, αξίζει να πεθάνεις δυο φορές;».

Δεν είχε και πολύ καιρό να το σκεφτεί, ο χρόνος του μετριόταν, με τη γη που ερχόταν κατά πάνω του, θαρρείς με μίσος. Τον τυραννούσε η απορία, πιο πολύ από τους πόνους του!

Και η γη πλησίαζε.

Δεν ήθελε να φύγει από αυτόν το κόσμο με την απορία.

Η γη όμως, δεν του έκανε το χατίρι, να σταματήσει την ανάβαση της, προς το θάνατο του, μέχρι να λύσει ο λαγός τις απορίες του και έτσι μοιραία τον συνάντησε. Αλλά και ο λαγός την αγκάλιασε, έχοντας λύσει τις απορίες του:

«Για μια τέτοια θέα, όσες φορές και να πεθάνεις, άξιζε …».